Αλήθειες και ... μισές αλήθειες

Πριν λίγο καιρό έλαβα ένα μήνυμα από μια αναγνώστρια του περιοδικού που μου ζητούσε πληροφορίες για το που βρήκα τα στοιχεία που ανέφερα στο σχόλιο του προηγούμενο τεύχους για τα τρόφιμα, γιατί, όπως έλεγε, δεν μπορούσε να τα επιβεβαιώσει από τη ιστοσελίδα του Codex Alimentarius. Και όμως, τα περισσότερα στοιχεία βρίσκονταν εκεί, χωμένα όμως σε κείμενα αμέτρητων σελίδων, κάτω από βουνά τεχνικής ορολογίας, δυσπρόσιτα.

Δυσπρόσιτη είναι γενικότερα η αλήθεια σήμερα για τον πολίτη, κι ας ζούμε στην εποχή της πληροφορίας. Οι τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις είναι τόσο μεγάλες και ραγδαίες που απαιτούνται ιδιαίτερες, αν όχι εξειδικευμένες γνώσεις για να έχουμε έστω και βασική αντίληψη των περισσοτέρων θεμάτων. Η παγκοσμιοποίηση των εμπορικών και πάσης φύσεως οικονομικών δραστηριοτήτων έχει δημιουργήσει κολοσσούς με ασύλληπτα συμφέροντα που καθορίζουν καταναλωτικά πρότυπα, τρόπους ζωής, ακόμα και την επιβίωση των κρατών. Η χειραγώγηση των ΜΜΕ, πολιτικών, επιστημόνων, ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, ερευνητικών κέντρων κ.λπ., επιτρέπει τη διαμόρφωση της γνώμης (ατομικής και Κοινής) κατά το δοκούν με τη διαστρέβλωση στοιχείων και μελετών που είναι σχεδόν αδύνατο να ελεγχθούν, την επιλεκτική παρουσίαση επιχειρημάτων, την υποδαύλιση του φόβου. Η ύπαρξη του Διαδικτύου λειτουργεί αντιρροπιστικά, σε κάποιο βαθμό, και εκεί όμως η ανωνυμία και η αδυναμία τεκμηρίωσης δεν διασφαλίζουν την ακριβή πληροφόρηση.

Τα παραδείγματα, δυστυχώς, είναι αμέτρητα γύρω μας. Από την οικονομική κρίση για τις παραμέτρους της οποίας ελάχιστα πραγματικά γνωρίζουμε, ως την τεράστια καταστροφή στον κόλπο του Μεξικού.

Στα θέματα του περιβάλλοντος οι πολίτες αδυνατούν να σχηματίσουν ουσιαστική, τεκμηριωμένη άποψη, άρα και να συμμετέχουν στις διαδικασίες και να πιέσουν για λύσεις.

Πάρτε το θέμα των ΑΠΕ. Οι περισσότεροι φαντάζομαι (όπως και εγώ) πιστεύουν ακράδαντα στην ανάγκη απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και την προώθηση των ΑΠΕ στο μέγιστο δυνατόν. Παρ’ όλα αυτά, όπως θα είδατε όσοι διαβάσατε τις ποικίλες απόψεις στο αφιέρωμα του προηγουμένου τεύχους για τις ανεμογεννήτριες, δεν είναι η «μαγική» λύση όλων των προβλημάτων, όπως περίπου παρουσιάζονται. Υπάρχουν επιπτώσεις στη φύση, τεχνικά προβλήματα, αμφισβητήσεις και οικονομικά συμφέροντα, πολλά από τα οποία έντεχνα αποσιωπούνται με ...μισές αλήθειες, ισοπεδώνονται με απλουστευτικά (και συνήθως απλοϊκά) επιχειρήματα του τύπου «έτσι γίνεται στη Δανία, μπορούμε να το κάνουμε και εδώ», ενώ όσοι εκφράζουν αυτές τις αμφιβολίες λοιδορούνται ή στηλιτεύονται ως πολέμιοι της πράσινης ανάπτυξης, των εθνικών συμφερόντων και της σωτηρίας του πλανήτη.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η συμμετοχή σε «ανοιχτή διαβούλευση» για το νέο Ενεργειακό Σχεδιασμό της χώρας –το κείμενο του οποίου περιγράφεται στον τύπο ως «...67 σελίδες τεχνικής παρουσίασης για πολύ δυνατούς «λύτες»...»(!)– φαίνεται μάλλον ανέφικτη για να μην πω αστεία.

Στους εθνικούς στόχους περιλαμβάνεται η συμμετοχή των βιοκαυσίμων κατά 10% στις μεταφορές, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ΕΕ (Οδηγία 2009/28/EC). Η ευρεία χρήση όμως των βιοκαυσίμων βρίσκεται υπό αμφισβήτηση και είναι ένας άλλος τομέας όπου τα πράγματα κάθε άλλο παρά ξεκάθαρα είναι.

Η αιθανόλη, το βιοντήζελ κ.ά. παρουσιάστηκαν ως υποκατάστατα των συμβατικών καυσίμων και προωθήθηκαν εντονότατα χωρίς να είναι σαφείς οι παράμετροι της διαδικασίας παραγωγής τους, οι πιθανές συγκρούσεις με τη γεωργία και κτηνοτροφία και οι πιθανές επιδράσεις στο διεθνές εμπόριο.

Η ραγδαία στροφή προς την καλλιέργεια βιοκαυσίμων σε βάρος των τροφίμων στη Μαλαισία, Ινδονησία, Βραζιλία, Μεξικό και αλλού οδήγησε σε ελλείψεις σιτηρών, ρυζιού, και καλαμποκιού το 2008 με μεγάλες ανατιμήσεις (καταγράφηκαν οι υψηλότερες τιμές 30ετίας) και σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις. Παράλληλα αυξήθηκε η ρύπανση από νιτρικά, αποξηράνθηκαν υγρότοποι και κάηκαν τεράστιες εκτάσεις δασών στη νοτιοανατολική Ασία, με αποτέλεσμα έκλυση μεγάλων ποσοτήτων αερίων του θερμοκηπίου. Η απώλεια γεωργικής γης συνεχίζεται, ενώ χάνονται γοργά και τα βοσκολίβαδα της Βραζιλίας με αποτέλεσμα τα κοπάδια να οδηγούνται βορειότερα σε εκτάσεις που προέρχονται από αποδάσωση στη λεκάνη του Αμαζονίου. Ακόμα και στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη, πολλοί αγρότες στράφηκαν στον ηλιόσπορο εγκαταλείποντας παραδοσιακές καλλιέργειες, βασιζόμενοι σε αβέβαιες υποσχέσεις για απορρόφηση της παραγωγής τους.

Για να είναι ένα βιοκαύσιμο αποδοτικό στην καταπολέμηση του φαινομένου του θερμοκηπίου πρέπει να έχει θετικό συντελεστή, δηλαδή να παράγει κατά την καύση του λιγότερο άνθρακα από όσο απορροφά το φυτό. Η αιθανόλη από ζαχαροκάλαμο έχει ψηλό συντελεστή (1:8), άλλα όμως καύσιμα έχουν πολύ χαμηλότερο ως και οριακό συντελεστή (αιθανόλη από καλαμπόκι 1:1,4). Αν προστεθούν η κατανάλωση ενέργειας και οι εκπομπές ρύπων κατά την καλλιέργεια, τη διαδικασία παραγωγής του καυσίμου και τη μεταφορά του, ο συντελεστής γίνεται αρνητικός για πολλά βιοκαύσιμα.

Αν μάλιστα συνυπολογιστεί η παραγωγή αερίων από τα δάση που καίγονται για την απόκτηση καλλιεργήσιμης γης και η μείωση της δέσμευσης άνθρακα λόγω της απώλειας των δένδρων, τότε πολλά βιοκαύσιμα πιθανώς να επιτείνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Η έμμεση αλλαγή χρήσεων γης (αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως indirect land-use change ή ILUC) φαίνεται πως είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την περιβαλλοντική απόδοση των βιοκαυσίμων. Μια πρόσφατη μελέτη για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έδειξε ότι τα βιοκαύσιμα συμβάλουν στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μόνο αν παράγονται σε μικρή κλίμακα και σε «μη χρησιμοποιούμενη» γεωργική γη, ενώ υπάρχει κάποιο «κρίσιμο όριο», πάνω από το οποίο οι έμμεσες επιπτώσεις οδηγούν σε αύξηση των εκπομπών. Αν και το όριο αυτό δεν έχει δημοσιοποιηθεί, εκτιμάται από τα στοιχεία της μελέτης ότι είναι αρκετά χαμηλό και φαίνεται πως ανατρέπει την πρόβλεψη για συμμετοχή των βιοκαυσίμων σε ποσοστό 10% στη συνολική κατανάλωση καυσίμων για μεταφορές ως το 2020. Επιπλέον η Γαλλική Υπηρεσία Περιβάλλοντος και Διαχείρισης Ενέργειας (ADEME), αναφέρει ότι οι έμμεσες επιπτώσεις πιθανώς αναιρούν κάθε περιβαλλοντικό όφελος και ότι δεν θα πρέπει να βασιζόμαστε στα βιοκαύσιμα για να μειωθούν οι εκπομπές CO2 από τις μεταφορές.

Το θέμα των ILUC αποσιωπήθηκε γενικά και έχει προκαλέσει σημαντικές εντάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόσφατα, η Γερμανική ΜΚΟ Transport & Environment, μαζί με το European Environmental Bureau, το BirdLife International και την ClientEarth, έχουν προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της Επιτροπής, γιατί κωλυσιεργούσε και αρνήθηκε να παράσχει στοιχεία και τα δεδομένα της προαναφερθείσας μελέτης, κατά παράβαση των διατάξεων περί διαφάνειας, πρόσβασης των πολιτών στην πληροφόρηση, ανοιχτής διαβούλευσης στη λήψη αποφάσεων, κ.λπ.

Παραδόξως η «δημιουργική» αξιοποίηση στοιχείων δεν είναι μονοπώλιο των «κακών» υπέρμαχων του λιγνίτη, των μεγάλων φραγμάτων και της πετρελαϊκής βιομηχανίας. Την εξασκούν και οι «καλοί».

Τους τελευταίους μήνες είδαν το φως της δημοσιότητας περιπτώσεις επιλεκτικής χρήσης και παραποίησης στοιχείων από τη Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για την αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου (Intergovernmental Panel on Climatic Change - IPCC).

Το Νοέμβριο 2009, μετά από ηλεκτρονική εισβολή στους υπολογιστές της Μονάδας Μελέτης Κλίματος (Climate Research Unit) του Πανεπιστημίου East Anglia, δημοσιοποιήθηκαν έγγραφα και e-mails που έδειχναν παραποίηση δεδομένων, διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων και απόκρυψη στοιχείων. Αμφίβολα δεδομένα είχαν χρησιμοποιηθεί σε μια μεγάλη μελέτη για τη συμβολή της αστικής θέρμανσης στην παγκόσμια υπερθέρμανση που δημοσιεύτηκε το 1990 στο περιοδικό Nature και χρησιμοποιήθηκε από την IPCC για να στηρίξει τα συμπεράσματα και τις προτάσεις της. Μετά από αντιπαραθέσεις μηνών, ο διευθυντής της CRU, καθηγητής Φιλ Τζόουνς, που μάλιστα συνέγραψε το σχετικό κεφάλαιο της έκθεσης της IPCC για το 2007, παραιτήθηκε και φέρεται να παραδέχτηκε την παραποίηση των στοιχείων. Τον περασμένο Φεβρουάριο αποσύρθηκε μια μελέτη για την άνοδο της στάθμης των θαλασσών που δημοσιεύτηκε το 2009 στο περιοδικό Nature Geoscience «για να διορθωθούν τα συμπεράσματά της λόγω χρήσης εσφαλμένων στοιχείων». Η IPCC παραδέχτηκε πρόσφατα πως η περίφημη πρόβλεψη για το λιώσιμο των παγετώνων στα Ιμαλάια ως το 2035 είναι ανακριβής και βασίστηκε σε εσφαλμένα δεδομένα, αρνείται όμως να διευκρινίσει αν τα στοιχεία για το λιώσιμο των πάγων βασίστηκαν όντως σε μη επιστημονική αναφορά που προήλθε από συνέντευξη Ινδού παγετωνολόγου που είχε πει ότι οι παγετώνες θα λιώσουν το 2350. Πρόσφατα επίσης η Ολλανδική κυβέρνηση ζήτησε εξηγήσεις γιατί στην ίδια έκθεση παρουσιάζεται πολύ μεγαλύτερο ποσοστό της χώρας κάτω από τη στάθμη της θάλασσας (56%), αντί του πραγματικού (29%) και υπερεκτιμάται ο κίνδυνος κατάκλυσης.

Όπως ήταν φυσικό η δημοσιοποίηση αυτών των λαθών (;) προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και ενίσχυσε τα επιχειρήματα των σκεπτικιστών της κλιματικής αλλαγής. Έτσι, παρά τις δηλώσεις του επικεφαλής της ICPP Ρατζέντρα Πατσαούρι ότι τα λάθη αυτά «… δεν μπορούν να ακυρώσουν τις προβλέψεις της Επιτροπής για την άνοδο της θερμοκρασίας και της στάθμης των θαλασσών …», το Μάρτιο ο ΟΗΕ ανέθεσε σε μια ανεξάρτητη διεπιστημονική επιτροπή με έδρα την Ολλανδία να αναθεωρήσει την έκθεση του 2007. Για να εξασφαλιστεί «… η πλήρης διαφάνεια, ακρίβεια και αντικειμενικότητα …», όπως δήλωσε ο ΓΓ Μπαν Κι Μουν. Η επιτροπή των εμπειρογνωμόνων θα ανακοινώσει τα ευρήματά της τον Αύγουστο και ο επικεφαλής της Ρόμπερτ Ντίκγκραφ δήλωσε ότι θα είναι «πραγματικά ανεξάρτητη»!

Με κίνδυνο να κατηγορηθώ για ...οτιδήποτε, θα κάνω την αφελή ερώτηση. Αν τα δεδομένα είναι αδιάσειστα και τα συμπεράσματα ξεκάθαρα ποιος ο λόγος για κατασκευασμένες αλήθειες; Και η δήλωση ότι η νέα επιτροπή επιστημόνων θα είναι πραγματικά ανεξάρτητη σημαίνει άραγε ότι η IPCC δεν ήταν;

Μήπως και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής έχει δημιουργήσει νέα οικονομικά συμφέροντα που απαιτούν να στηριχθούν πάσει θυσία τα καταστροφολογικά σενάρια;

Τελικά μπορούμε εμείς, οι πολίτες, να μάθουμε την αλήθεια για τα θέματα που καθορίζουν τη ζωή μας;

Νίκος Πέτρου

ΕΕΠΦ

User login