Παλιά μου τέχνη...

Του Νίκου Πέτρου

Εκτροπή Αχελώου. Για όσους δε θυμούνται ή δε γνωρίζουν, μια τεράστια περιβαλλοντική παρέμβαση που σχεδιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ως «ολοκληρωμένο έργο» αγροτικής ανάπτυξης της Θεσσαλίας. Παρά τις άφθονες μελέτες το έργο ουδέποτε μελετήθηκε επαρκώς και ολοκληρωμένα και ξεσήκωσε αντιδράσεις από πολλές πλευρές. Στην πορεία το έργο κατατμήθηκε, μετασχηματίστηκε και μετονομάστηκε σε υδροηλεκτρικό, ακόμα και περιβαλλοντικό (!) για να επιτύχει χρηματοδότηση από την ΕΕ – μάταια όμως. Ενεπλάκη σε μακρόχρονους δικαστικούς αγώνες μετά από επανειλημμένες προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας εκ μέρους φορέων και ΜΚΟ, στους οποίους συμμετείχε και η ΕΕΠΦ, και ακόμα βρίσκεται μακριά από την ολοκλήρωσή του.
Θα περίμενε κανείς ότι, μετά την θύελλα των τεκμηριωμένων αντιδράσεων και την τετράκις (1994, 2000, 2005 και 2006 ) απόρριψη από το ΣτΕ των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων ως ανεπαρκών και μη ολοκληρωμένων, οι αρμόδιες υπηρεσίες (κυρίως του ΥΠΕΧΩΔΕ) θα έπρεπε, αν όχι να αναθεωρήσουν, τουλάχιστον να προβληματιστούν. Αντίθετα, ακόμα προωθούν σθεναρά ένα ξεπερασμένο έργο βασισμένο σε ένα παρωχημένο μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης μέσα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και των διεθνών αγορών. Μάλιστα, τον Ιούλιο του 2006 ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, παρέκαμψε τον ενοχλητικό σκόπελο του ΣτΕ με την ψήφιση τροπολογιών (σε άσχετο νομοσχέδιο) που έκαναν την εκτροπή ...νόμο του κράτους (!).
Και όχι μόνο.
Με βάση, φαίνεται, την μακρόχρονη εμπειρία από αυτό το έργο, το δημόσιο προωθεί την απόληψη των υδάτων του Νέστου, χρησιμοποιώντας την ίδια λογική, τις ίδιες μεθόδους, αλλά και τις ίδιες μεθοδεύσεις.
Οι παραλληλισμοί με τον Αχελώο είναι αναπόφευκτοι.
Αν και το έργο είναι εμφανώς αρδευτικό (άρδευση 303.000 στρεμμάτων στις πεδιάδες Ξάνθης και Κομοτηνής) παρουσιάζεται ως «έργο αποκατάστασης των υπόγειων υδροφορέων», ενώ επιστρατεύεται και χρησιμοποιείται ευρύτατα και ο μύθος του «χαμένου νερού». Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή το γλυκό νερό των ποταμών «πηγαίνει χαμένο» όταν χύνεται «αναξιοποίητο» στη θάλασσα, πρωτοεμφανίστηκε το 1972 στο σχέδιο του Σ. Μαγειρία, «Ανάπτυξις της Θεσσαλίας εις Πρώτον Ενεργειακόν, Γεωργοκτηνοτροφικόν και Ποταμοπλοϊκόν Κέντρον της Χώρας» (που αποτέλεσε τη βάση για τα μετέπειτα σχέδια εκτροπής του Αχελώου) και έκτοτε έγινε αγαπημένο επιχείρημα των υπέρμαχων των φραγμάτων και των μεγάλων εγγειοβελτιωτικών έργων. Και είναι, φυσικά, εντελώς ανακριβής.
Η συνεχής και σταθερή παροχή γλυκού νερού είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του ποτάμιου και των παραποτάμιων οικοσυστημάτων. Οι αυξομειώσεις της παροχής, με περιόδους μειωμένης ροής και έντονες πλημμυρικές αιχμές που συνεπάγεται η υδροηλεκτρική και αρδευτική λειτουργία των φραγμάτων, επηρεάζουν σημαντικά την ιχθυοπανίδα (έχει καταγραφεί μείωση ή και εξαφάνιση των ψαριών κατάντη των φραγμάτων στον Αχελώο, τον Άραχθο, αλλά και τον ίδιο τον Νέστο). Η λεγόμενη «οικολογική παροχή», η διατήρηση δηλαδή μιας ελάχιστης ροής, παρουσιάζεται αναληθώς ως λύση του προβλήματος. Οι υδρολογικές λειτουργίες του ποταμού μπορούν να διατηρηθούν υπό συνθήκες ελάχιστης παροχής αν αυτή παρουσιαστεί έκτακτα, ένα πολύ ξηρό καλοκαίρι ας πούμε, και όχι αν υφίσταται συνεχώς επί πολλούς μήνες κάθε καλοκαίρι, για χρόνια. Επιπλέον, η μείωση της παροχής γλυκού νερού μεταβάλλει την αλατότητα στην περιοχή των εκβολών και την ευρύτερη παράκτια ζώνη, επηρεάζοντας όλους τους οργανισμούς που ζουν εκεί, μειώνει τη μεταφορά θρεπτικών υλών και τη μεταφορά ιζημάτων προς τη δελταϊκή περιοχή και επιτρέπει την «είσοδο» αλμυρού νερού μέσα στο ποτάμι, ενίοτε σε μήκος χιλιομέτρων.
Τα νερά του Νέστου όχι μόνο δεν πηγαίνουν χαμένα αλλά συντηρούν τα δένδρα του Κοτζά Ορμάν, τις λιμνοθάλασσες, τα πουλιά, τα ψάρια και μέσα από αυτά τους κατοίκους της περιοχής. Ήδη υπάρχουν μελέτες που δείχνουν αλλαγές στην οικολογία των πελαγικών αποθεμάτων στο Θρακικό Πέλαγος μετά την κατασκευή των φραγμάτων στο ποτάμι και παρατηρείται αύξηση της παράκτιας διάβρωσης λόγω μείωσης της στερεοπαροχής.
Και το έργο του Νέστου βασίζεται στην ίδια στρεβλή λογική, ότι δηλαδή για να λυθούν τα προβλήματα άρδευσης και υποβάθμισης των υδροφορέων αρκεί μόνον η μεταφορά περισσότερου νερού, ανεξάρτητα από τις επιδράσεις στην περιοχή απόληψης. Έτσι δεν προωθούνται –δεν εξετάζονται καν ως συμπληρωματικά μέτρα ή ως εναλλακτικές λύσεις– η μείωση των απωλειών, η περιστολή της σπατάλης και η αύξηση της αποτελεσματικότητας των αρδευτικών συστημάτων αλλά και η στροφή σε καλλιέργειες με μικρότερες υδατικές απαιτήσεις.
Όπως και στην περίπτωση του Αχελώου, το σχέδιο αγροτικής ανάπτυξης προωθεί τη «βιομηχανική» γεωργία και την εντατικοποίηση των καλλιεργειών, την αύξηση της στρεμματικής απόδοσης με τη βοήθεια λιπασμάτων και αγροχημικών ενώ δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για βιολογική γεωργία ή τοπικά εξειδικευμένες κατευθύνσεις για την παραγωγή γεωργικών προϊόντων ποιότητας. Μεταξύ των άλλων προβλέπεται επέκταση της καλλιέργειας βαμβακιού(!) και άλλων μη ανταγωνιστικών προϊόντων (θυμηθείτε τις συνεχείς κινητοποιήσεις των βαμβακοπαραγωγών για τα προβλήματα του κλάδου τα τελευταία χρόνια) ενώ η αναδιάρθρωση των καλλιεργειών αναμένεται να οδηγήσει σε υποβάθμιση των εδαφικών και υδατικών πόρων λόγω της αυξημένης μηχανοκαλλιέργειας και της εκτεταμένης χρήσης λιπασμάτων και αγροχημικών που απαιτούν οι καλλιέργειες αυτές. Όλα αυτά βρίσκονται σε αντίθεση με τις τάσεις της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής αλλά και τις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς και θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποδοτικότητα και εν τέλει τη σκοπιμότητα του έργου.
Και σε αυτή τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων χρησιμοποιούνται απλουστευτικοί υδρολογικοί υπολογισμοί (βασισμένοι σε «ιστορικά» στοιχεία αμφίβολης αξιοπιστίας που δεν παρουσιάζουν τη σημαντική μείωση της παροχής του ποταμού τα τελευταία 20 χρόνια), γίνεται επιλεκτική χρήση στοιχείων, υπάρχουν ελλείψεις και αντιφατικές παραδοχές, παρατηρείται σύγκρουση μεταξύ αρδευτικής και υδροηλεκτρικής χρήσης των φραγμάτων και δεν λαμβάνεται υπόψη ο ευρύτερος ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας, ενώ αγνοούνται τελείως οι κλιματικές αλλαγές(!) καθώς και η πιθανότητα συνεχόμενων ξηρών ετών ή αλλαγής της διαχείρισης του νερού από την πλευρά της Βουλγαρίας, ώστε να προκύψουν ...αβίαστα τα επιθυμητά συμπεράσματα.
Τέλος, σε ότι αφορά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις γίνεται εντονότατη προσπάθεια υποβάθμισης των προβλημάτων με διάφορους τρόπους: τίθενται χωρικοί περιορισμοί που αποκλείουν περιοχές μακριά από τα έργα (οι οποίες όμως θα επηρεαστούν έντονα από τη μείωση της παροχής), γίνεται συνεκτίμηση των οικολογικών παραμέτρων με οικονομικούς στόχους, παραβλέπεται το ότι οι ως τώρα παρεμβάσεις στον Νέστο (διευθέτηση κοίτης, κατασκευή υδροηλεκτρικών έργων κ.ά.) οδήγησαν στη σημερινή κακή κατάσταση για τη βελτίωση της οποίας χρηματοδοτήθηκαν ήδη εκτεταμένα έργα αποκατάστασης ενώ δεν συνυπολογίζονται οι αναμενόμενες επιπτώσεις από την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών (αυξημένη κατανάλωση ύδατος τους θερινούς μήνες, αύξηση των εισροών με την μορφή λιπασμάτων και αγροχημικών, κ.ά.).
Κι αν όλα αυτά γίνονταν από κάποια κατασκευαστική εταιρία που είχε συμφέρον να προωθήσει με κάθε τρόπο και κάθε κόστος ένα τέτοιο έργο θα ήταν ίσως κατανοητά. Όταν όμως πίσω τους βρίσκεται το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και όταν ο υπέρτατος φορέας προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας, το Υπουργείο Περιβάλλοντος (που με την πρόσφατη διαφημιστική εκστρατεία του μεταθέτει το βάρος της προστασίας σε εμάς), όχι μόνο δεν αντιδρά αλλά υποστηρίζει ένθερμα το σχέδιο κάτι δεν πάει καλά!
Στο πρόσφατο συνέδριο της Εταιρίας μας, όλοι σχεδόν οι ομιλητές, πανεπιστημιακοί, πρόεδροι Φορέων Διαχείρισης, εκπρόσωποι ΜΚΟ, στιγμάτισαν τη διαχρονική αδιαφορία του ΥΠΕΧΩΔΕ για ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος που εκφράζεται έμμεσα μεν αλλά με πολύ απτά αποτελέσματα. Χαρακτηριστικότερο ήταν το σχόλιο του Κίμωνα Χατζημπίρου ο οποίος ανέφερε ότι θα ήταν σωστότερο να ονομάζεται Υπουργείο ...ΧΩΔΕ.
Μήπως τελικά πρόκειται για Υπουργείο ...ΔΕ και απλά «αυτά ξέρουν, αυτά κάνουν»;

ΕΕΠΦ

User login